Μάλι…Αγρια ομορφιά

Μάλι

Είναι η πέμπτη φτωχότερη χώρα στον κόσμο, αλλά είναι πλούσια σε πανέμορφες εικόνες και υπέροχους ανθρώπους. Μην πάτε προετοιμασμένοι για πολυτελή θέρετρα και άνετες διακοπές. Ταξιδέψτε μέχρις εκεί μόνο άν έχετε διάθεση για περιπέτεια…

Φτάνοντας μέσω Μασσαλίας στο Γκάο, στο βορειοανατολικό τμήμα του Μάλι, κάναμε μια πολύ βαθιά βουτιά σε ένα κόσμο που δεν φαίνεται να έχει αλλάξει και πολύ από την ίδρυση της πόλης τον έβδομο αιώνα.

Χτισμένη πάνω στον ποταμό Νίγηρα στη μέση της ερήμου, η πόλη του Γκάο υπήρξε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Σονγκάι, μιας από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες της Αφρικής και αντίπαλης της Ισλαμικής Aυτοκρατορίας του Μάλι με κέντρο την Τιμπουκτού. Τον 16ο αιώνα, η επαρχία του Γκάο καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Μαροκινούς και χωρίστηκε σε μικρότερα κρατίδια.

Το πρώτο βράδυ, ο Τουαρέγκ, οδηγός που μόλις γνωρίσαμε και ένας Νούβιος κωπηλάτης μάς ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο με μια πιρόγα. Διασχίζουμε τον Νίγηρα και περνάμε τη νύχτα στα πόδια ενός αμμόλοφου, όπου ο οδηγός μας, ο Αγκισσα, φτιάχνοντας τσάι, μας μεταφράζει τα ονόματα των αστερισμών. Στην παρέα μας προστίθεται και ο Aλφα, ένα δεκάχρονο αγόρι με το οποίο λέμε την αλφάβητο Γαλλικά και Ελληνικά.

Διασχίζοντας τη χώρα δυτικά, φτάσαμε στο Μόπτι, μια πόλη με ένα πολυσύχναστο λιμάνι με μεγάλη αγορά γεμάτη ζωή. Από τη συμβολή του Νίγηρα με τον ποταμό Πάνι φεύγουν καθημερινά μεγάλες πιρόγες που κατασκευάζονται σε καρνάγια μέσα στο λιμάνι από παραδοσιακούς τεχνίτες. Δίπλα, οι στήλες αλατιού από την έρημο, πολύτιμο αγαθό για τους ντόπιους. Οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής, οι Μπόζο, είναι μια φυλή ψαράδων και είναι όλοι μουσουλμάνοι. Στο Σεβαρέ, μια κωμόπολη δίπλα στο Μόπτι, περπατήσαμε για να γνωρίσουμε τους κατοίκους. Το βράδυ, στους δύο κεντρικούς δρόμους της πόλης, τους μόνους που φωτίζονται, κάτω από κάθε κολόνα ηλεκτρικού καθόταν και από ένα παιδί που διάβαζε ένα βιβλίο. «Eδώ χρειαζόμαστε βιβλία, λεξικά», μας εξομολογείται ο Μπάνι «Πέτι», ένα αγόρι που μας πλησίασε με την παρέα του. Η μόρφωση είναι ο μόνος τρόπος, η μόνη διέξοδος για μια καλύτερη ζωή. Η Κάρτα, μια δασκάλα από τη Βαρκελώνη, που δουλεύει εθελοντικά σε ένα σχολείο κοντά στο Σεβαρέ, μας λέει πως κάποιοι από τους μαθητές της δεν θα εμφανιστούν ποτέ ξανά στο μάθημα. Το Μάλι είναι η πέμπτη φτωχότερη χώρα στον κόσμο, όπου η παιδική θνησιμότητα είναι υψηλή και η μέση διάρκεια ζωής είναι τα σαράντα πέντε χρόνια.

Στη χώρα των Ντόγκον

Τρεις μέρες μετά, με οδηγούς τον Ομάρ και τον Aμάντου της φυλής των Ντόγκον ξεκινάμε για το Nότο για να εξερευνήσουμε τα περίφημα χωριά τους. Τον 14ο με 15ο αιώνα, για να αποφύγουν τον εξισλαμισμό, οι Ντόγκον, των οποίων η προέλευση είναι μέχρι σήμερα αμφισβητήσιμη, κατέφυγαν στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας, σε μια περιοχή με μεγάλο γεωγραφικό ενδιαφέρον, αφού αποτελείται από μια πεδιάδα που διακόπτεται από μια μακριά και απότομη βραχώδη οροσειρά με μήκος 200 χιλιομέτρων και ύψος 200 με 300 μέτρων.

Οι Τέλεμ, οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής ήταν πυγμαίοι και κατοικούσαν σε μικροσκοπικές σπηλιές-τρύπες μέσα και ψηλά στον μεγάλο βράχο. Hταν κυνηγοί, όμως, με την άφιξη των Ντόγκον στην περιοχή βρέθηκαν οι ίδιοι κυνηγημένοι και εγκατέλειψαν την ίδια τη χώρα για το Nότο. Σήμερα, με πληθυσμό γύρω στους 350.000, οι Ντόγκον έχουν χτίσει γύρω στα επτακόσια χώρια, πάνω, μέσα και κάτω από την οροσειρά του Μπαντιαγκάρα, όπως ονομάζεται σήμερα η περιοχή, και είναι γεωργοί, καλλιεργώντας ρύζι, κρεμμύδια, ζαχαρόχορτο και κέδρο. Καθώς πλησιάζαμε το πρώτο χωριό, οκτώ με δέκα μικρά αγόρια ντυμένα με παραδοσιακές φορεσιές στέκονταν και τραγουδούσαν στην άκρη του δρόμου. Oπως μας είπε ο οδηγός, μόλις είχαν βιώσει την τελετή της περιτομής. Στο Μάλι, όπως και σε άλλες αφρικανικές χώρες, το ίδιο ισχύει και για τις νεαρές κοπέλες, γιατί σύμφωνα με την παράδοση, μόνον έτσι μπορούν τα αγόρια και τα κορίτσια να αποκοπούν από τα στοιχεία του αντίθετου φύλου και να επιτύχουν την ενηλικίωσή τους.

Χτισμένο πάνω σε ένα τεράστιο βράχο στη μεγάλη οροσειρά, το χωριό του Μπένιματ θυμίζει ταινία επιστημονικής φαντασίας. Ο Κουνά, ο κυνηγός τον οποίο συναντήσαμε στο δρόμο για το χωριό, γνέφοντας μας κάλεσε στην αυλή του.

Ο εξωτερικός τοίχος του σπιτιού, γεμάτος από δέρματα και κρανία θηραμάτων, όπως συνηθίζεται στα σπίτια των κυνηγών στα χωριά των Ντόγκον, τράβηξε αμέσως την προσοχή μας και με την πιο υποτυπώδη επικοινωνία που μπορούσαμε να έχουμε, έσπευσε να μας δείξει ο ίδιος δέρματα από κροκόδειλο και κρανία πιθήκων. Γεμάτος περηφάνια και με έντονο το αίσθημα της φιλοξενίας, μου λέει να κοιτάξω μέσα στο σπίτι του. Ανοίγοντας την πόρτα και κοιτώντας μέσα στο λιτό δωμάτιό του, γυρίζω προς τη μεριά του. «Γκρι γκρι», μου λέει, και κοιτάζει βαθιά μες στα μάτια μου. Στην Αφρική, η λέξη «γκρι γκρι» αναφέρεται σε ένα μαγικό αντικείμενο, ένα φυλαχτό, αλλά και σε ό,τι έχει να κάνει με τη μαγεία ή ακόμα και με μια θυσία. Ο Κουνά βλέποντας την έκπληξή μου βάζει τα γέλια. Παρά την εξάπλωση και επικράτηση του ισλαμισμού στο Μάλι, οι περισσότεροι Ντόγκον έχουν διατηρήσει την παγανιστική-ανιμιστική τους θρησκεία. Oλα τα κτίσματα είναι φτιαγμένα από λάσπη και οι άνδρες ζουν σε ξεχωριστές κατοικίες από τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Πιο χαρακτηριστικές είναι οι σιταποθήκες με τις μυτερές στέγες από άχυρο και τα σπίτια της «εμμηνόρροιας», όπου οι γυναίκες «εξορίζονται» κατά την περίοδό τους, γιατί σύμφωνα με την παράδοση θεωρούνται ακάθαρτες.

Τα πιο εντυπωσιακά κτίσματα είναι όμως τα τζαμιά, τα οποία υπάρχουν στα περισσότερα χωριά. Δυστυχώς, ως μη μουσουλμάνοι, δεν μας επιτράπηκε η είσοδος. Τα τζαμιά είναι όλα κατασκευασμένα με την ίδια τεχνική, το αποκαλούμενο σουδανέζικο στυλ, και αποτελούν πραγματικά αρχιτεκτονικά θαύματα από λάσπη. Καθώς κάνουμε ένα περίπατο στο χωριό, βλέπουμε τους γέροντες να έχουν μαζευτεί μέσα στο Ταγκού Να, «το σπίτι των λέξεων», ένα κτίσμα-υπόστεγο, όπου οι άνδρες κάνουν τα συμβούλιά τους και το οποίο είναι τόσο χαμηλό ώστε κανείς να μην μπορεί να σταθεί όρθιος και να επιβληθεί στους άλλους. Aπό προσφορές ανθρωπιστικής βοηθείας έχουν χτιστεί αρκετά σχολεία και καθολικές αποστολές έχουν ιδρύσει μικρές εκκλησίες.

Οι Ντόγκον απέκτησαν για πρώτη φορά δημοσιότητα τη δεκαετία του ’30, όταν δέχτηκαν και μύησαν τον Γάλλο ανθρωπολόγο Μαρσέλ Γκριόλ στις κοσμοθεωρίες τους, βάσει των οποίων κατείχαν προχωρημένες αστρονομικές γνώσεις για το σύστημα του Σείριου και τις κινήσεις των πλανητών. Μέχρι σήμερα, οι παγανιστικές καταβολές τους καθρεφτίζονται στις μάσκες που ακόμα κατασκευάζουν και που έχουν υπάρξει πηγή εμπνεύσεως της σύγχρονης τέχνης.

Αντίθετα με τα γειτονικά κράτη της Λιβερίας και της Ακτής του Ελεφαντοστού, στο Μάλι επικρατεί η ειρήνη. Ανήκοντας στην Ομοσπονδία της Γαλλικής Δυτικής Αφρικής μαζί με άλλες εφτά χώρες (Ακτή του Ελεφαντοστού, Γουινέα, Μαυριτανία, Μπενίν, Μπουρκίνα Φάσο, Νιγηρία, Σενεγάλη), η χώρα απέκτησε την ανεξαρτησία της μόλις στις 22 Σεπτεμβρίου του 1960 και μετονομάστηκε από Γαλλικό Σουδάν σε Δημοκρατία του Μάλι. Οι Ντόγκον είναι μονάχα μία από τις πολλές φυλές που κατοικούν στο Μάλι με πιο μεγάλες αυτές των Μπάμπαρα, Μάλινκε, Φουλάνι, Τουαρέγκ, και Σονγκχάι. Κοινά χαρακτηριστικά όλων, η περηφάνια, η αξιοπρέπεια, η αθωότητα και το ζωντανό, φιλόξενο πνεύμα τους.

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Για να ταξιδέψουμε στο Μάλι, απευθυνθήκαμε στο Προξενείο της χώρας στην Αθήνα, καθώς χρειάζεται η έκδοση βίζας. Διαβατήριο και η κάρτα του εμβολίου για κίτρινο πυρετό αποστέλλονται με κούριερ στην Πρεσβεία του Μάλι στην Ιταλία, και επιστρέφονται μέσα σε μία εβδομάδα.

Χάπια ελονοσίας, κουνουπιέρα και ένα δυνατό εντομοαπωθητικό σπρέι είναι απολύτως απαραίτητα. Επίσης χρήσιμο είναι το εμβόλιο κατά της Ηπατίτιδας Α.

Κατ’ ευθείαν πτήση από την Ελλάδα στο Μάλι δεν υπάρχει. Μια καλή λύση είναι να γίνει το ταξίδι μέσω Γαλλίας (Παρίσι ή Μασσαλία) απ’ όπου φεύγουν τακτικά αεροπλάνα σε πολύ καλές τιμές. Εμείς χρησιμοποιήσαμε το πρακτορείο Point-Afrique το οποίο μπορεί να επισκεφτεί κάποιος στην ιστιοσελίδα www.point-afrique.com Τα εισιτήρια (Γαλλία – Μάλι) ξεκινούν από 200 ευρώ και δεν ξεπερνούν τα 500 ευρώ.

Το εθνικό νόμισμα είναι το CFA όπου ένα ευρώ αντιστοιχεί με περίπου 650 CFA. Καλύτερο είναι να έχει κάποιος μαζί του ευρώ τα οποία να αλλάζει όποτε βρεθεί σε μεγάλη πόλη. Πιστωτικές κάρτες είναι πολύ σπάνια δεκτές και υπάρχει μόνο ένα μηχάνημα ΑΤΜ σε όλη τη χώρα. Πολύ χρήσιμο επίσης είναι το Western Union, μέσω του οποίου σε περίπτωση ανάγκης μπορούν να σταλούν χρήματα από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου σε λίγες μόνο ώρες.

Η ενδοχώρια συγκοινωνία μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους: Τα λεωφορεία είναι τα πιο φτηνά μέσα μεταφοράς, ενώ μπορεί κάποιος να διασχίσει τη χώρα με πιρόγα στον Νίγηρα ποταμό. Η διαδρομή Γκάο-Μόπτι στην τέταρτη θέση μιας μεγάλης πιρόγας στοιχίζει γύρω στα 12 ευρώ, ενώ η πρώτη θέση αγγίζει τα 140 ευρώ. Ενοικίαση τζιπ 4×4 με οδηγό αποτελεί πολυτέλεια και μπορεί να ξεκινάει από 80 ευρώ την ημέρα εκτός τα έξοδα βενζίνης.

Δωμάτια σε ξενοδοχεία και ξενώνες κοστίζουν από 7 ευρώ το βράδυ (κρεβάτι με κουνουπιέρα, κοινό μπάνιο) και φτάνουν τα πενήντα. Το Mac’s Refuge στο Σεβαρέ είναι ένας πολύ συμπαθητικός ξενώνας όπου οι τιμές ξεκινούν από 12 ευρώ για μονό δωμάτιο με ανεμιστήρα.

Στην Μπαντιαγκάρα, την τελευταία μεγάλη πόλη που περνάει κανείς στο δρόμο για τη χώρα των Ντόγκον, μείναμε στο Auberge Kansaye, με 6 ευρώ το βράδυ.

Στα χωριά των Ντόγκον, η διαμονή κοστίζει από 1 έως 5 ευρώ το βράδυ, μέσα ή προτιμότερο, πάνω στις ταράτσες σπιτιών από λάσπη όπου κυριολεκτικά μπορεί κάποιος να κοιμηθεί κάτω από τα αστέρια. Η περιήγηση στα χωριά των Ντόγκον χρειάζεται οδηγό και συνηθίζεται να γράφεται ένα συμβόλαιο μεταξύ ταξιδιώτη και οδηγού για το τι καλύπτει η πληρωμή του πριν από το ταξίδι (πληρωμή οδηγού, διαμονή, μεταφορά, εφόδια, φαγητό) και κυμαίνεται από 20 – 70 περίπου ευρώ την ημέρα, ανάλογα με την εμπειρία του οδηγού και τις υπηρεσίες που προσφέρει.

Oσον αφορά το φαγητό, μονοπωλούν τα ζυμαρικά (μακαρόνια, ρύζι, κους κους) με σάλτσα ντομάτας και φρέσκο κρεμμύδι, τα ψάρια που προσφέρει ο Νίγηρας, ενώ από κρέας, κοτόπουλο, χοιρινό και αρνί. (Στο μενού του εστιατορίου Μανκαντέ στο Σεβαρέ προσφερόταν και ομελέτα με αρνί.) Ενα κύριο πιάτο συνήθως κοστίζει από 2 έως 4 ευρώ, ενώ ένα πλήρες γεύμα με τρία πιάτα σε καλό εστιατόριο μπορεί να κοστίσει γύρω στα 10 – 15 ευρώ.

Μία βασική γνώση της γαλλικής γλώσσας κάνει το ταξίδι πολύ πιο εύκολο, αν και σε κάποιες περιπτώσεις η νοηματική γλώσσα αποτελεί τον μοναδικό τρόπο επικοινωνίας, ιδίως σε απομακρυσμένες περιοχές. Εμείς, πάντως, βρήκαμε και ομοιότητες, αφού ο χαιρετισμός στη χώρα των Ντόγκον ξεκινάει πάντα με τη λέξη «άγαπώ».

Πηγή: kathimerini.gr

Add Comment